ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ. Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ "ΒΑΣΙΚΟΥ ΜΕΤΟΧΟΥ" ΚΑΙ ΤΟΥ "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ"
Εκτύπωση

booknewΑντικείμενο του βιβλίου αυτού είναι η μελέτη των δημοσίων συμβάσεων (προμηθειών, υπηρεσιών και έργων) στην Ελλάδα υπό το πρίσμα των σύγχρονων εγκληματολογικών προσεγγίσεων του αδικήματος της διαφθοράς και καλύπτει τη χρονική περίοδο από το 1995 έως το 2008.

Το πλαίσιο της επιχειρηθείσας ανάλυσης συντίθεται από τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της περιόδου αυτής, τόσο εθνικές όσο ευρωπαϊκές και διεθνείς, τα κίνητρα - στόχους του θεσμικού λόγου της πολιτικής εξουσίας για τη διαφθορά, όπως ρητά αποτυπώνεται και με ενάργεια στα Πρακτικά της Βουλής και τις σχετικές Εισηγητικές Εκθέσεις των νομοθετικών κειμένων, τη νομολογία, η οποία σε μία επάλληλη ανάλυση εξετάζεται ως προς τη δυνατότητα ελέγχου, αλλά και ως προς τα πραγματικά όριά της, δηλαδή την ουσιαστική σχέση Δικαίου – Δικαιοσύνης και τέλος την αποτελεσματικότητα (αλλά και τον οφειλόμενο έλεγχο) της διοικητικής πρακτικής, δηλαδή των αποφάσεων, κανονισμών και λειτουργιών της διοίκησης (και της πολιτικής) στα θέματα των δημοσίων συμβάσεων.

Τα βασικά ερωτήματα, επομένως, τα οποία με απασχόλησαν, είναι σε αντιστοίχηση με το προηγούμενο πλαίσιο της ανάλυσης: α) Εάν η «κακή νομοθέτηση» αφορά μόνο τη νομοτεχνικά «ατελή» κατασκευή του δικαίου ή υποκρύπτει άλλους πολιτικούς ή ιδεολογικούς στόχους ή σε κάθε περίπτωση διαφορετικούς στόχους από τους ήδη «επίσημα» διακηρυγμένους, β) Ο έλεγχος της αποτελεσματικότητάς της ως προς τη στόχευση και την αντιμετώπιση της διαφθοράς, γ) Η ανάδειξη ενός ευρύτερου πολιτικοκοινωνικού - ιδεολογικού και νομικού λόγου για τη διαφθορά της χώρας, δ) Η συσχέτισή της με το νέο διεθνές και ευρωπαϊκό ποινικό οπλοστάσιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς και για το «ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος» και ε) Η παρουσίαση μιας νέας «χαρτογράφησης» για τον εντοπισμό των μονίμων θυλάκων του δικτύου διαφθοράς στους τομείς του Διοικητικού – Δημόσιου δικαίου, της Διοίκησης και της Πολιτικής, δηλαδή των «γκρίζων ζωνών» όπου δύσκολα «φθάνει» ο ποινικός νόμος.

Στόχος μου επομένως ήταν να διερευνήσω αυτά τα ερωτήματα μέσα από μία συγκριτική και μεθοδολογική προσέγγιση, δηλαδή με ποιοτική έρευνα, με τη μέθοδο της ανάλυσης περιεχομένου. Η επιλογή των νομοθετικών κειμένων της περιόδου, καθώς και η ανάλυσή τους στο πλαίσιο που ήδη προαναφέρθηκε, επιτρέπει ένα «άλλο διάβασμα» της νομοθεσίας, το οποίο εμπλουτίζεται από την ανάλυση του πολιτικού λόγου, από τα Πρακτικά της Βουλής, τα Πρακτικά των Επιτροπών, τις προτάσεις αναθεώρησης του Συντάγματος και τις εισηγητικές και αιτιολογικές εκθέσεις των νομοσχεδίων.

Ο συνδυασμός όχι της μεθόδου αλλά των πηγών από τη μια μεριά, δηλαδή το θεσμικό κείμενο και από την άλλη ο θεσμικός πολιτικός λόγος που εδώ κατέχει την μορφή της μαρτυρίας ή και της συνέντευξης, αναδεικνύει και την όποια αξία και συμβολή της παρούσας μελέτης και μας επιτρέπει να αναδομήσουμε την πορεία διαμόρφωσης των κειμένων, το σκεπτικό τους, να διαπιστώσουμε τη σχετικότητα και την περιορισμένη αξία των νομοθετημάτων.

Επιχειρείται μεθοδολογικά μία κάθετη και μία οριζόντια τομή στο αντικείμενο των δημοσίων συμβάσεων. Η κάθετη μας διαφωτίζει για την διαχρονικά προστιθέμενη αξία ή αντιστρόφως αχρησία του κειμένου και η οριζόντια μας επιτρέπει να διακρίνουμε τις σκοπιμότητες και τις συσχετίσεις του πολιτικού λόγου στο ζήτημα της διαφθοράς.

Η εξεταζόμενη χρονική περίοδος 1995-2008, ειδικά για την περίπτωση των δηµοσίων συµβάσεων, καταλαμβάνει την θεσπισθείσα ειδική νοµοθεσία και την αντίστοιχη νοµολογία για την «Ονομαστικοποίηση», το «Βασικό Μέτοχο», τα «Πιστοποιητικά Διαφάνειας» του Ε.Σ.Ρ. και το «Ασυμβίβαστο» και η μελέτη αυτή εστιάζει το ενδιαφέρον της στο θέµα της κρίσης της αποτελεσματικότητας αυτής της ειδικής «κακής» νοµοθέτησης, σε ένα τοµέα µε εξαιρετικά μεγάλη οικονοµική εγκληματικότητα («του λευκού περιλαιµίου»), αλλά και αποτυπώνει και αναλύει το ρόλο και τον τρόπο λειτουργίας της Διοίκησης (και άρα της Πολιτικής), καθώς και τα «όρια» της κρίσης της Δικαιοσύνης, ιδιαίτερα όταν αυτή έχει φαλκιδευτεί από προηγούμενη «κακή νοµοθέτηση».

Στη σημαντική αυτή χρονική περίοδο τόσο ιστορικά, όσο νομοθετικά και δικαστικά, μέσα από την παρούσα μελέτη, παρακολουθούμε βήμα προς βήμα τη θεσμοθέτηση της ειδικής νομοθεσίας για την καταπολέμηση της διαφθοράς και διαπλοκής, από το πρώτο νομοθέτημα μέχρι την κατάρρευσή του στο Δ.Ε.Κ. και στη συνέχεια την καθυστερημένη υιοθέτηση του διεθνούς νομικού οπλοστασίου - σε επίπεδο διεθνών συμβάσεων - οδηγιών και κανόνων για τη διαφθορά και το «ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος», ενώ χαρακτηριστικά σημειώνεται ότι την ίδια αυτή περίοδο, μέσω του συστήματος των δημοσίων διεθνών διαγωνισμών, σε επίπεδο δημοσίων συμβάσεων, υλοποιούνται 2 μεγάλα κοινοτικά πλαίσια στήριξης (Β΄ Κ.Π.Σ. και Γ΄ Κ.Π.Σ.) και όλα τα μεγάλα έργα προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων.

Η περιοδολόγηση δε αυτή τέμνεται από τις χρονικές «τομές» της νομοθετικής πρωτοβουλίας, αξιολογείται από τις κρίσεις της νομολογίας, αξιοποιώντας τη δυνατότητα της επιστήμης να αντιπαρατεθεί στην πρακτική της δικαιοσύνης, ακριβώς γιατί οι δικαστικές αποφάσεις αποτελούν τη βασική προϋπόθεση για να λάβει χώρα ο διάλογος μεταξύ Δικαιοσύνης και νομικής επιστήμης και, γιατί όχι, μιας ευρύτερης κοινωνικής διαβούλευσης.

Παράλληλα «αποτυπώνεται» το σύνολο της διοικητικής πρακτικής ανά περίοδο, από την «Ονομαστικοποίηση» και το «Πιστοποιητικό Διαφάνειας» του Ε.Σ.Ρ. μέχρι και την κατάργησή του, ενώ σε χωριστό κεφάλαιο αποτυπώνονται τα μόνιμα «δομικά» χαρακτηριστικά – συντελεστές διαφθοράς. Επίσης προτείνεται και μια νέα «τοπολογία» μονίμων θυλάκων διαφθοράς, οι οποίοι αποτυπώνονται με ακρίβεια, στη συνήθως οριζόμενη ως «γκρίζα ζώνη» οικονομικών εγκλημάτων και συμπεριφορών, του «ανέγγιχτου» και χωρίς «στιγματιστικές ιδιότητες» χώρου του διοικητικού δικαίου. Πρόκειται για μία νέα πρόταση «χαρτογράφησης», σαν μία πρόταση τοπολογίας στη σχέση νομοθέτησης – πρακτικής διοίκησης και δικαιοσύνης. Σκεπτόμενοι διαφορετικά προσδιορίσαμε αυτά τα «ορατά σημεία γνώσης» σαν παιχνίδια αλήθειας, που αποτυπώνουν τους «πραγματικούς κανόνες του παιχνιδιού», σαν αναπροσανατολισμό της «ορατότητας» στα μεγάλα αυτά οικονομικά εγκλήματα του «λευκού περιλαιμίου», μιας και η διαφθορά αναδεικνύεται σε μείζον ζήτημα αντεγκληματικής πολιτικής.

Το παρόν βιβλίο είναι μία επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής μου διατριβής στην εγκληματολογία, που έλαβε την ιδιαίτερα τιμητική ομόφωνη διάκριση «άριστα» και γι΄ αυτό πρέπει και δημόσια να ευχαριστήσω τους Καθηγητές Εγκληματολογίας Ιάκωβο Φαρσεδάκη και Βάσω Αρτινοπούλου για την πολύτιμη στήριξη και άπειρη βοήθειά τους.

Σε προσωπικό επίπεδο θεωρώ ότι το βιβλίο μου αυτό έρχεται έκτο στη σειρά, σαν μία εξελικτική πορεία μετά το πρώτο δίτομο έργο «Δίκαιο Προμηθειών Δημοσίου» (2002 και επανέκδοση 2003), τα «Δημόσια έργα, Προμήθειες και Υπηρεσίες – Επιλογή Νομολογίας Σ.τ.Ε. και Πρωτοδικείων 1998-2004» (2005), το «Δίκαιο Προμηθειών και Υπηρεσιών Δημοσίου» (Τόμος I/2008 και Τόμος ΙΙ/2009), γιατί μετά από 27 χρόνια πραγματικής μάχιμης δικηγορίας θεωρώ ότι πια μπορώ να ανακαλύψω, να προσδιορίσω, να αναλύσω και να παρουσιάσω «κρυμμένες πτυχές» στα πεδία των «γκρίζων ζωνών δικαίου και δικαιοσύνης», πολύ πέρα από τη σε πρώτη ανάγνωση «αφελή» αντιμετώπιση της διαπλοκής.

Η ευφορία των τελευταίων δεκαετιών προσπάθησε να μεταβάλει τη μεγάλη πλειοψηφία των νομικών και ιδιαίτερα των δικηγόρων σε απλούς άβουλους και σιωπηλούς «χειριστές» των νόμων, καλλιεργώντας τη δήθεν «ουδετερότητα» των νομικών που δεν αμφισβητεί την «αυθεντία» του κοινού νομοθέτη.

Σε αντίθεση με τα παραπάνω, εγώ προσωπικά εξακολουθώ να υποστηρίζω ότι έχουμε – όλοι οι νομικοί – την ευθύνη και την υποχρέωση να τοποθετηθούμε στον δημόσιο διάλογο που ήδη άνοιξε για το Δίκαιο και την κατάσταση της Δικαιοσύνης στη χώρα μας, για τη σχέση Κοινοτικού – Εθνικού δικαίου, για τη συνεχώς ισχυροποιούμενη πρακτική του «νομοθετείν» της Διοίκησης (μόνης), για την «κακή νομοθέτηση», για την έλλειψη Συνταγματικού Δικαστηρίου στη χώρα μας, για τον δικαστικό έλεγχο της Διοίκησης, μέχρι τις προτάσεις των πολιτικών κομμάτων για τη νέα αναθεώρηση του θεμελιώδη νόμου – του Συντάγματός μας.