ΑΛΛΑΓΗ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ -ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΕΘΝΟΣ", 18.2.2008
Εκτύπωση

12 b-ethnos 18 2 2008Στη διακήρυξή της η «Παρέμβαση Ανανέωσης» κάνει λόγο για ένα «πέπλο σιωπής» το οποίο επέβαλαν οι διοικήσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά. Ποια τα κίνητρα της εσωστρέφειας;

Το ζήτημα της εσωστρέφειας που χαρακτηρίζει τα τελευταία χρόνια το Δικηγορικό μας Σύλλογο ούτε τυχαίο, ούτε αποσπασματικό φαινόμενο είναι. Εδράζεται σε μία ευρύτερη φιλοσοφία των διοικούντων για ενασχόληση μόνο με τα μικρά ή ακόμα χειρότερα με τα «ημέτερα μικρά». Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η υπόθεση του παραδικαστικού κυκλώματος –που είχε και άμεση αναφορά με τα τεκταινόμενα στον Πειραιά- δεν στάθηκε ικανή να αφυπνίσει το Σύλλογο, με τη διεξαγωγή έστω μίας δημόσιας συζήτησης. Αδικούν την ιστορία του Συλλόγου και τα μέλη του, αυτοί που θεωρούν ότι ο Σύλλογος πρέπει να συνεχίσει να μένει «εκτός» και μάλιστα σιωπώντας.

Γι΄ αυτό σήμερα, είναι περισσότερο από ποτέ επιτακτική η ανάγκη για αλλαγή στην ηγεσία του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά. Πιστεύω – και ευτυχώς δεν είναι μόνο προσωπική πεποίθηση- ότι στο σώμα μας δεν εκλείπουν οι συνάδελφοι με καινοτόμες ιδέες και, κυρίως, με διάθεση για προσφορά στο σύνολο. Σ' αυτές τις εκλογές έχουμε την ευκαιρία να παρέμβουμε και να συστήσουμε ένα Σύλλογο σύγχρονο, πρωταγωνιστή, με ρόλο και γνώμη για όσα συμβαίνουν στην τοπική κοινωνία του Πειραιά. Ζητούμενο πια πρέπει να είναι η «εξωστρέφεια». Μόνο υπό αυτή την προοπτική η εξωστρέφεια μπορεί να δράσει πολλαπλασιαστικά με οφέλη σε όλους στους δικηγόρους αλλά και στην κοινωνία του Πειραιά.

Τι το νέο μπορεί να φέρει η συμμαχία σας ενόψει των εκλογών στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά;

Μία νέα κριτική θεώρηση για το ρόλο, τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας του Συλλόγου. Εκτιμώ ότι αυτό πρέπει να είναι το σημείο εκκίνησης οποιασδήποτε παράταξης φέρει τελικά την τιμή αλλά και την ευθύνη της Προεδρίας. Πιστεύω βαθιά ότι οι όποιες αλλαγές ή ακόμα και οι καλύτερες των προθέσεων, αν είναι αποσπασματικές ή τυχαίες δεν αρκούν και δεν αποδίδουν τα προσδοκώμενα. Γι΄ αυτό και η Παρέμβαση Ανανέωσης έχει ήδη γνωστοποιήσει στα μέλη του Συλλόγου με πολύ συγκεκριμένο τρόπο τις προτεραιότητές της. Πρόκειται για ιδέες ρεαλιστικές, εφικτές, με πολύ συγκεκριμένο προσανατολισμό που αγγίζουν το σύνολο των θεμάτων που αφορούν το Σύλλογο μας τόσο σε συνδικαλιστικό, όσο και σε πρακτικό και κοινωνικό επίπεδο. Αναφέρω χαρακτηριστικά τη σύσταση Επιτροπής Καθημερινότητας για την επίλυση των καθημερινών προβλημάτων, τη σύσταση Γραφείου Νομικής Υποστήριξης, το On- line σύστημα οικονομικής ενημέρωσης και τόσα ακόμα που μπορούν πραγματικά να καταστήσουν το σύλλογο μας πρωτοπόρο και χρήσιμο για όλους.

Σε περίπτωση που η «Παρέμβαση Ανανέωσης» αναδειχθεί πρώτη δύναμη ποιες θα είναι οι πρώτες κινήσεις σας;

Η εγκατάλειψη και η αδράνεια που χαρακτηρίζουν τις τελευταίες διοικήσεις του Συλλόγου, κάνουν πραγματικά δύσκολη την απόλυτη ιεράρχηση. Χρειάζεται πολύ και συστηματική δουλειά για να διορθωθούν οι παραλείψεις και οι αμέλειες του παρελθόντος. Ωστόσο, θεωρώ ότι μία σειρά μέτρων, όπως ο εκσυγχρονισμός μέσω της ηλεκτρονικής πιστοποίησης υπογραφής και έκδοσης γραμματίων προείσπραξης από το κάθε δικηγορικό γραφείο, καθώς και η συνδρομή για την ομαλοποίηση της λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, δεν μπορεί παρά να είναι πρώτες προτεραιότητες. Πρόκειται για μέτρα που θα ομαλοποιήσουν και θα διευκολύνουν ουσιαστικά την καθημερινότητα των συναδέλφων.

Θα μου επιτρέψετε, όμως, να κάνω και μία επισήμανση. Για εμάς, την Παρέμβαση των Δικηγόρων Πειραιά, τα μέτρα δεν χωρίζονται σε μικρά ή μεγάλα, σε εύκολα ή δύσκολα. Και για να είμαι σαφής, δεν μπορεί κανείς να διεκδικεί αξιόπιστα την μεταφορά του Δικαστικού Μεγάρου και την επέκταση του μαζί με το Ειρηνοδικείο Πειραιά και τα Διοικητικά Δικαστήρια -ένα πάγιο αίτημα όλων μας- , όταν την ίδια στιγμή δεν έχει αναβαθμιστεί το συνδικαλιστικό, επιστημονικό και κοινωνικό κύρος του Συλλόγου. Η αποτελεσματικότητα απαιτεί και συνέπεια και συνέργεια.

Το παραδικαστικό κύκλωμα έχει εξαρθρωθεί πλήρως;

Ο διαρκής στοχασμός πάνω σε θέματα κράτους δικαίου και δικαιοσύνης μας οδηγούν όλους κάθε μέρα σε παρατηρήσεις για σωρεία διακηρύξεων που δεν άντεξαν στη δοκιμασία της πραγματικότητας. Ο κατάλογος είναι μακρύς. Από το παραεκκλησιαστικό και το παραδικαστικό, μέχρι τα θέματα διαφθοράς και παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ταπεινωτικής μεταχείρισης κρατουμένων από αστυνομικούς, των «Ζωνιανών», της απάνθρωπης λίστας της μεθαδόνης, της διάλυσης της μονάδας 18 ΑΝΩ του Ψ.Ν.Α., της έλλειψης μελών στις Ανεξάρτητες Αρχές, της αντισυνταγματικότητας πολλών νέων ρυθμίσεων, νέων σκανδάλων, πορισμάτων κακοδιοίκησης σε όλους τους τομείς της Δημόσιας Διοίκησης...

Το βέβαιο είναι ότι ο όποιος εκσυγχρονισμός και η όποια προσπάθεια κάθαρσης δεν άγγιξε την κοινωνία και τη δικαιοσύνη και γι' αυτό πρέπει να ξαναμιλήσουμε για όλους τους θεσμούς του δικαίου που θα μπορέσουν να ομαλοποιήσουν την ζωή μας και θα ξαναβάλουν το δίκαιο και τη δικαιοσύνη στη θέση που τους αρμόζει, αλλά και που επιβάλλεται σε μία δίκαιη κοινωνία. Με μηχανισμούς απονομής δικαιοσύνης ουσιαστικούς αλλά και θεσμούς που θα λειτουργούν, θα λογοδοτούν και θα υπηρετούν τελικά τον πολίτη, γιατί και εγώ, όπως όλοι, εξακολουθώ να θέλω καλύτερη δικαιοσύνη στον τόπο μου.

Έχει κλονιστεί - και σε πιο βαθμό - η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης στην αμεροληψία της Δικαιοσύνης;

Η δικαιοσύνη λειτουργεί μέσα από ανθρώπους. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς μετέχουν στο ίδιο κοινωνικό σώμα, μετέχουν μαζί με όλους εμάς στην ίδια ακριβώς κοινωνία. Αν αυτή αυταπόδεικτη αυτή αλήθεια συμπληρωθεί με το γεγονός ότι η συχνά η κοινή γνώμη θεωρεί ως «δίκαιο» αυτό που ο καθένας μας εννοεί ως το δίκιο του, τότε μπορεί εύκολα να εξηγήσει κανείς γιατί ο κάθε έλληνας θεωρεί ότι έχει το δίκαιο πάντα με το μέρος του. Την ίδια στιγμή που θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να προσβάλει σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο το περιβάλλον, έχει την απαίτηση ο πολιτικός που εκλέγει, να ψηφίσει στη Βουλή την τροπολογία για τη νομιμοποίηση του δικού του αυθαίρετου, όχι όμως και των άλλων που διαταράσσουν το οικοσύστημα.

Όλα αυτά ιδωμένα αλλά κυρίως παρουσιασμένα μέσα από την κυρίαρχη σε ισχύ πλέον ιδιωτική τηλεόραση έρχονται να μας εξηγήσουν «κάπως διαφορετικά» την κυρίαρχη έννοια της «κοινής γνώμης». Για ποια κοινή γνώμη μιλάμε τελικά; Πρόκειται για μια μεταμόρφωση που έχει πλήξει, έχει αγγίξει τον ίδιο τον πυρήνα του πολιτεύματος και γι' αυτό η γνωστή διάκριση των εξουσιών κινδυνεύει να γίνει σκιά ή και μύθος. Δύσκολα οι εξουσίες ασκούνται πια με τη θεσμική και συμβολική αυτονομία που σφράγισαν τον ίδιο το λόγο της ύπαρξής των. Όλα ιδωμένα μέσα από την τηλεόραση, αυτής της νέας εξουσίας που δεν αντλεί την ύπαρξή της από τον λαό, αλλά που όλοι εμείς - έκπληκτοι πολλές φορές - παρατηρούμε τους επιφανείς παράγοντες της πολιτικής ζωής, των κοινωνικών φορέων, εκπροσώπους των κομμάτων, βουλευτές, πρώην δικαστές, δικηγόρους, πανεπιστημιακούς να συνωστίζονται, να συνωθούνται κάθε μέρα σαν θαμώνες στις εξαιρετικά χαμηλής ποιότητας εκπομπές και όλοι αυτοί να θέτουν καθημερινά το κύρος τους στην υπηρεσία της παντοδύναμης τηλεόρασης, νομιμοποιώντας την και ενισχύοντας ουσιαστικά αυτήν την διαβλητή της δύναμη. Αυτή λοιπόν η νέα τηλεοπτική διαμόρφωση της κοινής γνώμης επιτρέπει και συγχωρεί καθημερινές εκφράσεις βίας, ανέχεται τα φιλοχιτλερικά και εβραιοφοβικά αγήματα της «Χρυσής Αυγής» να επιδίδονται ανενόχλητα σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και διαμορφώνει μόνη της - κυρίαρχα - τα θέματα της λεγόμενης καθημερινότητας.

Το σίγουρο είναι ότι χρειαζόμαστε, θέλουμε καλύτερη δικαιοσύνη στον τόπο μας γιατί είναι εθνική ντροπή ο πρωταθλητισμός της χώρας μας στο παράνομο εμπόριο ανθρώπων και κυρίως γυναικών, που δεν έμεινε στο χαρακτηριστικό ελληνικό καλαμπούρι για τις «ρωσίδες» ή «βουλγάρες», αλλά δυστυχώς τώρα σ' αυτό ήρθαν να προστεθούν και «οι συμβασιούχες», αλλά και ο «εποχικός δασοπυροσβέστης». Όμως εκεί ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό σκάνδαλο, δηλαδή στο θεσμικό πλαίσιο, στη διάπραξή του, στην εκφορά του, αλλά και ταυτόχρονα στην αναλγησία όλων μας.

Συνεπώς το σκάνδαλο πολλές φορές βρίσκεται στην καθημερινή κανονικότητα των πραγμάτων, εκεί που δεν το αναζητεί η δικαιοσύνη, που δεν το σχολιάζουν τα μέσα και πολλές φορές δεν απασχολεί ούτε τους πολιτικούς. Ελπίζω όμως ότι το βλέπουν οι νέοι νομικοί, το βλέπουν οι συνάδελφοι μου και σ' αυτό είναι άμεση η κοινωνική μας ευθύνη για να καταθέσουμε ουσιαστικές απόψεις για το ρόλο και την ποιότητα της δικαιοσύνης στη χώρα μας.

Υπάρχουν νομικά κενά στις υποθέσεις Ζαχόπουλου και Κουκοδήμου;

Υπάρχουν σίγουρα νομικά κενά, όχι μόνο στις υποθέσεις «Ζαχόπουλου» και «Κουκοδήμου», αλλά στον τρόπο ελέγχου της λειτουργίας του κάθε «Ζαχόπουλου» και του κάθε «Κουκοδήμου». Επιτρέψτε μου να επιμείνω στο πρόσφατο νομικό ευφυολόγημα ότι: «Ο εισαγγελέας ερευνά τις συμβάσεις έργων και υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού». Πρόκειται πραγματικά για ένα νομικό ευφυολόγημα γιατί ουδείς εισαγγελικός λειτουργός όσο άξιος και να είναι, με τις καλύτερες και πιο εξειδικευμένες γνώσεις ποινικού δικαίου δεν μπορεί να δει τις «λεπτομέρειες», τις «κρυφές» πτυχές μιας διοικητικής σύμβασης έργου – προμηθειών ή υπηρεσιών – χωρίς την απαραίτητη τεχνοκρατική και επιστημονική υποστήριξη από άλλους εξειδικευμένους κλάδους και ειδικούς επιστήμονες που δεν έχει συνήθως στη διάθεσή του.

Υπάρχουν λοιπόν σίγουρα νομικά κενά, όχι μόνο στις υποθέσεις «Ζαχόπουλου» και «Κουκοδήμου», αλλά στον τρόπο ελέγχου της λειτουργίας του κάθε «Ζαχόπουλου» και του κάθε «Κουκοδήμου».

Μπορούν να σπάσουν κάποιοι εσωτερικοί «κώδικες» που ισχύουν στα σωφρονιστικά καταστήματα και λειτουργούν σε βάρος της πλειοψηφίας των έγκλειστων;

Το άρθρο 1 του Κώδικα Βασικών Κανόνων για τη μεταχείριση των κρατουμένων διατυπώνει μόνο την ευχή ότι ο σκοπός της ποινικής μεταχείρισης και του «εγκλεισμού» είναι η επανακοινωνικοποίηση του δράστη. Είναι γνωστό όμως ότι όσο πιο πολύ παραμένει και εγκλιματίζεται κάποιος σε ένα περιβάλλον, τόσο πιο πολύ κοινωνικοποιείται σε αυτό και αντίθετα αποκοινωνικοποιείται από το άλλο περιβάλλον από το οποίο προέρχεται. Άρα όσο πιο πολύ και πιο «βαθιά» ριζώνει κάποιος στην «κοινωνία» της φυλακής, που έχει τους δικούς της νόμους και κανόνες, τόσο πιο πολύ «αποκοινωνικοποιείται» από την ελεύθερη κοινωνία στην οποία υποτίθεται θα πρέπει να ξαναενταχθεί.

Αυτή η ομολογημένη «χρήσιμη αποτυχία» της φυλακής καθιστά το ρόλο των Δικηγορικών Συλλόγων ιδιαίτερα κρίσιμο. Θα μπορούσαμε να κάνουμε πολλά. Οι Σύλλογοι μας οφείλουν να στηρίζει μαζί με άλλους φορείς την πρόταση για άμεση «αποποινικοποίηση» στη νομοθεσία της χώρας μας, την κατάργηση του τεράστιου αριθμού υφιστάμενων ποινικών διατάξεων και αντικατάσταση τους, με διοικητικές ή άλλες ρυθμίσεις. Όλα δε αυτά μαζί με άμεσα πρακτικά μέτρα για τη στοιχειώδη ευπρεπή και ανθρώπινη διαβίωση των κρατουμένων, ζητώντας ταυτόχρονα αλλαγή στόχευσης της αντεγκληματικής πολιτικής της χώρας μας. Αναφέρω σαν παράδειγμα της πρότασης αυτής, την άμεση κατάργηση των ειδικών ποινικών - αγορανομικών - παραβάσεων, γιατί σε τίποτα μία ποινή κάποιων μηνών φυλάκισης σ' έναν έμπορο δεν ισοδυναμεί με την δημοσιοποίηση του προσωρινού κλεισίματος του καταστήματός του και τον άμεσο και ουσιαστικό αντίκτυπο που θα έχει στους πελάτες του και στο αγοραστικό του κοινό. Γι' αυτό επιμένω στο στόχο της αλλαγής της εφαρμοζόμενης σήμερα αντεγληματικής πολιτικής προς την κατεύθυνση της ουσιαστικής «αποποινικοποίησης» του δικαιικού μας συστήματος.